Οι αριθμοί μιλούν με σκληρή γλώσσα. Το 2024, στην Ελλάδα γεννήθηκαν 68.467 παιδιά. Την ίδια χρονιά, έφυγαν από τη ζωή 126.916 άνθρωποι. Η διαφορά των σχεδόν 60.000 ανθρώπων αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης που ζει η χώρα.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) αποτελούν επίσημη επιβεβαίωση μιας τάσης που επιταχύνεται. Ο πληθυσμός της χώρας συρρικνώθηκε από 10.816.286 κατοίκους το 2011 σε 10.482.487 το 2021, δηλαδή χάθηκαν περισσότεροι από 330.000 κάτοικοι σε μία δεκαετία. Και η κατανομή ηλικιών επιδεινώνει την εικόνα: οι νέοι ηλικίας 0-29 ετών μειώνονται, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των 70 αυξάνονται. Η πυραμίδα ηλικιών, με άλλα λόγια, έχει αντιστραφεί.
Αυτό σημαίνει λιγότερους εργαζόμενους για να στηρίξουν το ασφαλιστικό σύστημα, λιγότερα παιδιά στα σχολεία, λιγότερες νέες οικογένειες. Σε βάθος χρόνου, η παραγωγική βάση της οικονομίας αδειάζει, ενώ οι ανάγκες φροντίδας γηράσκοντος πληθυσμού διογκώνονται.
Η αντιστροφή αυτής της πορείας απαιτεί πολιτική βούληση, συνέπεια και ορίζοντα σχεδιασμού. Οικογενειακές παροχές, προσβάσιμη στέγαση για νέα ζευγάρια, ενίσχυση της μητρότητας, δημιουργία ευκαιριών εργασίας για νέους ώστε να μην μεταναστεύουν, βελτίωση της ποιότητας ζωής στην περιφέρεια.
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος απαιτεί συνολική, μακροπρόθεσμη και τεκμηριωμένη στρατηγική με πολιτικές στήριξης της οικογένειας,της μητρότητας,της νεολαίας και της ποιότητας ζωής.
Κώστας Γιαννακάκης, Συνταξιούχος Ο.Λ.Π.

