18.11.18

Ωρωπός από το παρελθόν: "Το σινεμά του κυρίου Μίμη"



Ψάχνοντας μέσα σε παλιά βιβλία της νιότης μου βρήκα το μισοτελειωμένο ημερολόγιό μου. Ένα τετραδιάκι σπιράλ πολύχρωμο στο εξώφυλλο, με λευκή ετικέτα. Το χάζεψα πολλή ώρα. το έπιασα γερά με τα χέρια μου, το γύρισα πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά. Με έφερε δεκαετίες πίσω κι ας ήταν ατέλειωτο. Μέχρι τη μέση του είχα τότε καταθέσει τις αγωνίες και τα συναισθήματά μου. Το άνοιξα και το ξεφύλλιζα επί πέντε, νομίζω, ολόκληρα λεπτά. Το διάβασα προσεκτικά –πόσο γρήγορα περνούν τα νιάτα!- και ξεχώρισα μια ανάμνηση που «πατάει» στον Ωρωπό: καλοκαίρια και θερινά σινεμά. Ήταν τότε –χρονολογία δεν βρήκα- δύο σινεμά  στο κέντρο του Ωρωπού. Το «Ρέξ» και το «Παλλάς». Κλασσικοί καλοκαιρινοί κινηματογράφοι με το χαλικάκι κάτω που το πατούσες και άφηνε χαρακτηριστικό ήχο, τις πάνινες καρέκλες σε σειρές με τους απαραίτητους διαδρόμους, την μεγάλη άσπρη οθόνη και μεγάφωνα. Η μαγεία του κινηματογράφου στη μικρή πόλη του Ωρωπού ήταν αυτό που λέμε εξέλιξη, πρόοδος, πολιτισμός. Το όνομα Παλλάς θυμάμαι, τότε, με προβλημάτισε και έψαχνα στα λεξικά να βρω τη σημασία της. Βρήκα, λοιπόν, ότι ήταν επίθετο της θεάς Αθηνάς. Η Παλλάς Αθηνά, γιατί εκείνη σκότωσε τον Πάλλοντα σε γιγαντομαχία ή επειδή η ίδια έπαλλε το σπαθί για να βγει, όταν γεννιόταν, από το σώμα του Δία. Το αστείο είναι ότι κάποιοι μεγάλοι, τότε, πίστευαν ότι ήταν «ξένη» λέξη γραμμένη στα ελληνικά. Σ΄αυτόν τον κινηματογράφο, εκτός από ταινίες, φιλοξενήθηκαν και πολλοί θίασοι τους καλοκαιρινούς μήνες  με τους γνωστούς ηθοποιούς της εποχής. Εγώ, προσωπικά, είδα τον Νίκο Σταυρίδη από κοντά, και τον Αγκόπ. Κοσμοσυρροή με ουρές γινόταν όταν έφερε ταινίες με θέμα τις χαμένες πατρίδες Και όχι μόνο: oι άνθρωποι έβαζαν τα καλά τους ρούχα και πριν ακόμα δουν την ταινία, περιμένοντας στο ταμείο, ξεχείλιζαν από συγκίνηση για τους μακρινούς τους τόπους που την εισπράτταμε και 'μείς. Το «Παλλάς» μετά από πολλά χρόνια έδωσε τη θέση του σε super market.

Το «Ρεξ», στον ίδιο δρόμο και στην ίδια πλευρά, εκεί που σήμερα είναι φροντιστήριο απέναντι από το Δημοτικό Σχολείο, είχε μάντρα από τη μεριά του δρόμου. Εκεί σκαρφάλωναν τα παιδιά, κυρίως τα αγόρια, για να δουν την ταινία χωρίς να πληρώσουν και περηφανεύονταν γι αυτό.
Η υπόλοιπη γειτονιά, πίσω από το «Ρεξ», άκουγε όλους τους διαλόγους της ταινίας και τους ήχους της μουσικής και των εφφέ σαν από ραδιόφωνο. Και όταν η ταινία ήταν ελληνική, ήταν το καλύτερο, μόνο που κράταγε μέχρι τις έντεκα το βράδυ και ενοχλούσε κάποιους γείτονες. Στα διαλείμματα ακουγόταν ο νέος ανερχόμενος τραγουδιστής Γιώργος Νταλάρας και οι πρώτες του επιτυχίες. Τα παιδιά περίμεναν πως και πώς να δουν τον κύριο Μίμη να ανοίγει το σινεμά τα απογεύματα, και τον ακολουθούσαν , ένα μικρό μπουλούκι, η μαρίδα της γειτονιάς. Εκείνος, ένας ήσυχος άνθρωπος, περπατούσε μπροστά, αργά, κρατώντας στο χέρι το κλειδί του μικρού παραδείσου, της αίθουσας του σινεμά. Εκεί, στο «Ρεξ» είχα δει  «Το παιδί και το Δελφίνι» με την Σοφία Λώρεν  και πολλές ελληνικές ταινίες. Θυμάμαι έντονα την Τζένη Καρέζη στην οθόνη του «Ρεξ» και την Νάνα Μούσχουρη νεαρή να τραγουδά ‘Κάπου υπάρχει η αγάπη μου μα δεν ξέρω που…’.Κάτω στα χαλικάκια βρίσκαμε πολλές φορές νομίσματα-κέρματα που είχαν πέσει από κάποιον απρόσεκτο θεατή. Δεκάρες, εικοσάλεπτα και κάποιες φορές δραχμές. Κάθε φορά που πηγαίναμε σινεμά ψάχναμε μπροστά στο κάθισμά μας, στα χαλίκια, μήπως και είμαστε τυχεροί. Όταν έκλεισε το «Ρεξ» όσοι είχαμε περάσει όμορφες στιγμές εκεί νοιώσαμε απώλεια και στενοχωρηθήκαμε πολύ. Μέσα και τέλος της δεκαετίας του ΄60 σχολείο, διάβασμα, νιάτα και απολαυστικές διακοπές στον Ωρωπό του χθες, του προχθές, όπως θέλετε πείτε το.   
Α.Π.